- ὀθέτη
- ὀθέτη· ἅμαξα ἡμιονική, Hsch. (Cf. ὄθιζα.) [full] ὀθεύει· ἄγει, φροντίζει, Id. (Cf. ὀθρεῖν, and v. sq.) [full] ὀθέω, only ὀθέων· φροντίζων, and ὄθεσαν· ἐπεστράφησαν, Id. [full] ὄθη· φροντίς, ὤρα, φόβος, λόγος, Id. [full] ὄθημον· ὑστερινόν, Id.
Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.